Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Τζόγος: Το ταξίδι στην Ιθάκη

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι το να κυνηγάς τους στόχους σου είναι σαν να τζογάρεις; Ορίζεις τον στόχο, ρεαλιστικό ή μη, διαθέτεις πόρους (χρήμα - προσπάθεια - χρόνο), θυσιάζεις καταστάσεις (διακοπές - σχέσεις με ανθρώπους), καταλήγεις που; Το ιδανικό είναι ο στόχος να έρθει ή να αρχίσει να έρχεται. Αν δεν έρχεται; 

Το παράδοξο με τους μακροπρόθεσμους στόχους είναι ότι δεν ξέρεις πως θα πάνε. Κάνεις μια παραδοχή, ζυγίζεις δυνάμεις, αποφασίζεις ορθολογικά. Υπάρχει όμως και η άλλη προοπτική, κατά την οποία ο στόχους σου είναι ανέφικτος: αν όλοι οι άνθρωποι δρούσαμε ορθολογικά, ο κόσμος μας θα ήταν τέλειος. Δεν είναι όμως, ούτε και εμείς. Και δεν ξέρω για εσάς, εγώ δεν θέλω να γίνω ποτέ μου τέλειος. 

Αυτό που με απασχολεί, και γράφω αυτό το κείμενο για τους 5-6 που θα το διαβάσετε (και ίσως τους έναν - δύο που να είχατε ή να έχετε κοινή λογική μαζί μου), είναι το κατά πόσο μία μη ορθολογική επιλογή στόχου μπορεί να θεωρηθεί τζόγος. Δηλαδή... 

Βρίσκουμε τον στόχο, μας αρέσει και αντιλαμβανόμαστε ότι είναι ανέφικτος. Μία υγιή αντίληψη θα επίταξε ότι δεν θα έπρεπε ποτέ και κανείς να προσπαθήσει έναν ανέφικτο στόχο. Πως άραγε να τρέξεις σε έναν αγώνα 100 μέτρων όταν με το ζόρι μπορείς να περπατήσεις και αυτό κουτσαίνοντας; Αλλά σου αρέσει το τρέξιμο, κάτι μέσα σου φωνάζει ότι πρέπει να το κάνεις, ότι θα τα καταφέρεις. Είναι η ίδια φωνή που, πιθανός, να ακούει ο τζογαδόρος όταν παίζει ρουλέτα και σκέφτεται ότι μπορεί να κάτσει το μπαλάκι 13 πράσινο.. Πόσο πιθανό άραγε; 

Το κακό με τον τζόγο δεν είναι αν θα χάσεις μία φορά, το κακό είναι ότι καταστρέφει ανθρώπους, ζωές, περιουσίες. Το ίδιο όμως δεν γίνεται και με τους λανθάνοντες στόχους; Ποντάρεις ότι με υπεράνθρωπες προσπάθειες θα τα καταφέρεις. Διαθέτεις όλα σου τα χρήματα στην επίτευξη του στόχου σου, ξεχνάς φίλους - σχέσεις, από χρόνο το να φας στα γρήγορα του θεωρείς πολυτέλεια. Κάπου εκεί χάνεις την έννοια του ύπνου, καταστάσεις όπως οι διακοπές είναι πλέον ανύπαρκτες, μπορεί να ξεχάσεις να πας και στην τουαλέτα..  Είσαι σαν τους ναρκομανείς που κάνουν τα πάντα για την δόση τους, σαν τους αλκοολικούς που σκέφτονται μόνο το πιόμα, σαν τους τζογαδόρους που χάνουν όλη την περιουσίας τους στον τζόγο. 

Μέρες, μέρες, βλέπεις την καταστροφή να έρχεται. Δεν είναι λίγες οι σειρήνες που σε ρωτάνε αν και για πόσο θα αντέξεις, πόσο θα πάει, τι θα γίνει και αν αξίζει. Και εσύ, ως σύγχρονος Οδυσσέας πρέπει να τις παρακάμψεις για να πας στην Ιθάκη. Το καράβι δεν θα αντέξει, το ξέρεις, μπάζει νερά. Και σε αυτό το ταξείδι, βλέπεις πολλούς περαστικούς να έρχονται και να φεύγουν, κοινός παρανομαστής όλων, η σειρηνίαση τους για να βγεις εκτός δρόμου, εκτός πορείας, εκτός στόχου, ίσως και εκτός καταστροφής. 

Άραγε, όταν έχεις χάσει τόσα πολλά, όταν βλέπεις ότι ο στόχος είναι μακρυά, σε καταστρέφει και όλοι και μακραίνει, έχεις το δικαίωμα να κουραστείς; Έχεις το δικαίωμα να απογοητευτείς; Έχεις το δικαίωμα να απογοητευτείς; Στην ζωή μας, κάποιες επιλογές, ναι δεν είναι επιλογές... Κάποτε θυμάμαι ο Καβάφης έγραψε: 

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, 
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν. 

Πυξαράς Δημήτρης

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

Και τώρα τι;

Πήγε 10.. Πρώτη μέρα εργασίας μετά από διακοπές. Μια επιτυχημένη μέρα στην εργασία, καλύτερη από των υπολοίπων. Και μετά πήγε 5. Κάπου εκεί η επιτυχία σκόνταψε. Κάπου στις 6 άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και ξεκίνησε η καθημερινή, όμορφη, θαυμάσια, ονειρική, ρουτίνα της μοναξιάς!

Σήμερα είπα να διαβάσω λίγο Θεόφιλο Γκοτιέ, καλό τυπάκι στα χρονικά του, έγραψε πολύ πράμα η αλήθεια είναι. Κάποτε είχε πει ότι " Τα μάτια είναι τόσο διαφανή που μέσα από αυτά μπορείς να δεις την ψυχή". Κατά βάση πίπες δηλαδή. Ψυχή; Την δική σου ή την δική μου; Την δική μου ή τον καθρέφτη της δικής σου ψυχής μέσα στα όμορφα μου μάτια; Δεν μας τα έλυσε όλα ο Θεόφιλος και εκεί καταλαβαίνεις ότι όσο και να προσπαθείς να κρυφτείς σε βιβλία, επιτυχίες, βόλτες και άλλα πολλά, από τον εαυτό σου δεν μπορείς να ξεφύγεις.

Και εκείνη την στιγμή ένιωσα την ανάγκη να σε ακούσω. Μου μίλησες, σου μίλησα, σε άκουγα για ώρες. Πόσο μάταιο άραγε! Μετά ήθελα να ακούσω εμένα... Έκλεισα το ραδιόφωνο και πήγα όμορφα και ωραία στο πιάνο... Πόσους μήνες είχα να το αγγίξω; Τα χέρια δεν πήγαιναν. Ξέχασαν και αυτά, όπως ξέχασα και εγώ πολλά. Επιστροφή λέει στην ρουτίνα. Και που λες, άκουγα αυτά που έπαιζα και άρχισα να με αμφισβητώ. Μετά θυμήθηκα ότι δύο κακές επιλογές, φέρνουν και μία τρίτη. Και με θαύμασα για το πόσες πολλές μαλακίες έχω διαβάσει. Τριάντα χρόνια με ξέρω, είκοσι από αυτά κρύβομαι σε σελίδες, προσπαθώ να ξεφύγω και να τα βάλεις κάτω, και δεν ξεφεύγω και μου έχει βγει και ακριβά. Δεν ξέρω πλέον. όλα είναι ρευστά.

Σκέφτομαι τι γράφω τώρα, αλλά όχι όπως τότε στο σχολείο, καταλαβαίνω ότι η σύνταξη έχει πάει περίπατο, οι παράγραφοι δεν έχουν λογική συνοχή, προσπαθώ να εκφράσω τόσα πολλά με τόσο φτωχό τρόπο. Τα εκφράζω σίγουρα λάθος. Αλλά δεν πειράζει, δεν θα τα διαβάσει κανένας, άντε πέντε έξι μαλάκες καταλάθος. Δεν θα καταλάβουν και είμαστε εντάξει. Άλλωστε μέχρι και εγώ λέω να θέσω veto στον εαυτό μου.

Με τρομάζει που πήγε έντεκα παρά. Σε μερικές ώρες, θα πάρω τα χάπια μου για να κοιμηθώ. Μια μέρα λέω να κόψω τα χάπια και να τα αντικαταστήσω με μια αγκαλιά. Σίγουρη λύση ένα λούτρινο αρκουδάκι. Δεν σε πληγώνει, δεν σε κρίνει. Είναι εκεί, όταν προσπαθείς να κλάψεις και δεν σου βγαίνει. Γιατί είπαμε, η επιτυχία τελειώνει στις πέντε, συνήθως στις έξι, όταν κάτσει στις εφτά. Αλλά τώρα; Και τώρα;

Δεν θέλω να κοιμηθώ γιατί φοβάμαι ότι θα ξυπνήσω, και μετά τι; Και τώρα τι;

Πυξαράς Δημήτρης 

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2018

Επιεόρτια δέηση


Κάθε χρόνο στις γιορτές, Χριστούγεννα, πρωτοχρονιά, μερικοί μελαγχολούν, άλλου κάνουν σχέδια, θέτουν στόχους, μετράνε μέρες… Όλοι όμως κατά βάθος ψάχνουν να βρουν κάτι, κάτι που τους λείπει. Τρομερή δυναμική αυτές τις μέρες: Όλα μπαίνουν κάτω από έναν μεγεθυντικό φακό. Αν είσαι χαρούμενος και ευτυχισμένος, η ευτυχία σου θα μεγαλώσει. Αν δεν είσαι, όλα θα είναι ποιο έντονα. Κάτι όμως θα λείπει.

Τι κάνεις άραγε αν αυτό που λείπει δεν το είχες ποτέ; Και δεν μιλάμε για τα μεγάλα στα σημαντικά, μιλάμε για τα απλά. Ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, να ξυπνάς το πρωί και να είναι εκεί δίπλα σου, να θες να ζήσεις μια μέρα παραπάνω μόνο και μόνο για να δεις ένα χαμόγελο!
Τι κάνεις άραγε αν αυτό που λείπει δεν το είχες ποτέ; Ένα τρυφερό χάδι, ένα πείραγμα, μερικά ναζάκια. Και κάθε μέρα να λιώνεις. Να ψάχνεις όλα αυτά που μερικοί τα θεωρούν δεδομένα. Ειρωνεία; Δεν το αξίζεις; Αν το αξίζεις γιατί δεν το έχεις? Γιατί άραγε και πως…

Τι κάνεις άραγε αν αυτό που λείπει δεν το είχες ποτέ; Θα σου πω εγώ τι κάνεις! Δουλεύεις όλη μέρα για να ξεχαστείς. Συναναστρέφεσαι με ανθρώπους, που μέσα σου ξέρεις ότι όχι απλός δεν θα έπρεπε να υπάρχουν, όχι καν να τους μιλάς, αλλά σου βγάζουν μια αηδία, γιατί η εγωπάθεια τους σε τυφλώνει! Γεμίζεις τον χρόνο σου τόσο πολύ που κάνεις τον εαυτό σου να μην έχει χρόνο ούτε καν να σκέφτεται! Το ονομάζεις ευτυχία, εθελοτυφλείς, καταπίνεις τα ξερατά σου, αντί να φωνάξεις το βουλώνεις, μοιράζεις χαμόγελα αριστερά δεξιά και όταν έρθει το βράδυ, παίρνεις το κοκτέιλ από τα χάπια σου. Κοιμάσαι και ονειρεύεσαι. Μέχρι να πάει 7:20 και ο παράδεισος σου να χαθεί. Και ξεκινάς πάλι την παράγραφο από την αρχή…

Και φτάνει εκείνη η στιγμή, που έχεις απογοητευτεί τόσο από τους ανθρώπους που δεν μπορείς πλέον να το διαχειριστείς, αυτό σε ματώνει. Και ξέρεις ότι δεν μπορείς να τους απογοητεύσεις και εσύ γιατί δεν είσαι σαν και αυτούς. Για αυτούς είσαι ένα κομμάτι κρέας, ένας ακόμα. Δεν τους αρέσουν λέει αυτά που κάνεις, γιατί δεν τους ακούγεται σωστό μετά από 10 ώρες σε μια δουλειά γραφείου να γυρνάς τσόντες. Δεν τους ακούγεται σωστό… Αλλά εσύ δεν πλήγωσες ποτέ κανέναν εσκεμμένα, ήσουν πάντα ειλικρινής. Ήσουν πάντα ευγενής και ας μην τους άξιζε.

Δεν θα μετρήσω ποτέ μου μέρες για να δω πότε θα αλλάξει η χρονιά, πότε θα έρθει το καλοκαίρι και πότε θα είναι η επόμενη μου άδεια. Και αν αυτή η διαφορετικότητα μου με καταδικάζει να μην είμαι ποτέ αποδεκτός, χαλάλι! Μικρό το κακό, έτσι και αλλιώς τι είχα, τι έχασα… Όταν δεν έχει, δεν μπορείς να χάσεις. Ο πόνος γίνεται γαλήνη και η γαλήνη ηρεμία. Λένε ο χρόνος τα γιατρεύει όλα, ευχαριστώ, θα συνεχίσω να ξύνω τις πληγές μου.


Πυξαράς Δημήτρης

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Το γράμμα σου

Το γράμμα σου

Ξέρεις κάτι; Ήθελα απόψε να σου γράψω ένα γράμμα, ναι ένα γράμμα. Αλλά δεν ήξερα που να το στείλω. Άρα αποφάσισα να σου γράψω από εδώ. Να σου γράψω στον πρώτο ενικό και ας ξέρω ότι ποτέ δεν θα το διαβάσεις... Τραγικό; Ναι είναι...

Ξέρεις πάνε σχεδόν 10 χρόνια. Δέκα χρόνια από εκείνο το όμορφο απόγευμα. Αρχές καλοκαιριού, 5,30 το ραντεβού, ήρθες στις 6 παρά. Η πρώτη ματιά, σοκ. Θυμάσαι; Ήταν να βγούμε με μια κοινή φίλη και το νέο αμόρε της... Επιτυχία μεγάλη ο τύπος... Αλλά με εμάς κάτι δεν πήγε καλά και το ξέραμε και οι δύο από την πρώτη στιγμή. Από το πρώτο αμήχανο χαμόγελο, πριν καν το γεια, πριν καν ακούσω την φωνή σου.

Εκείνο το απόγευμα το περάσαμε μαζί, μέχρι αργά το βράδυ. Δεκατρείς Ιουνίου του Δύο χιλιάδες Δέκα. Από εκεί και μετά σε ερωτευόμουν από την αρχή κάθε φορά που σε έβλεπα. Κάθε απόγευμα μετά την δουλειά, κάθε βράδυ μετά την προπόνηση, κάθε πρωί όταν ξυπνούσες στην αγκαλιά μου. Παράνοια. Για αυτή την παράνοια υπαίτια ήσουν εσύ...

Τώρα θα μου πεις, τόσα χρόνια μετά, ποιος θυμάται και τι. Ποιος, τι και γιατί. Ήθελα να σου γράψω για έναν και μοναδικό λόγο: από εκείνο το απόγευμα και μετά, με κατέστρεψες. Δεν μπόρεσα ποτέ να νιώσω κάτι σαν αυτό που ένοιωσα μαζί σου. Δεν το ξαναβρήκα ποτέ! Μου λείπει. Μην χαρείς, σε ξεπέρασα. Αν και, αν κάπου σε δω, έστω και από μακριά, να είσαι σίγουρη ότι πάλι θα σε ερωτευτώ. Ευχή και κατάρα όλο αυτό.

Κείμενο χωρίς συνοχή, που δεν θα διαβάσεις έτσι και αλλιώς. Ούτε κανείς άλλος δεν θα διαβάσει. Άντε ίσως κανένας άσχετος, που δεν θα καταλάβει. Τι να καταλάβει; Πόσα κρεβάτια αλλάξαμε τόσα χρόνια; Πόσες αγκαλιές; Πόσα χίλια; Γιατί; Αυτή την κατάρα την κουβαλάω ακόμα πάνω μου, μέσα μου. Πως μπορεί να εξαγνιστεί το κακό; Εσύ τα κατάφερες; Ποια η συνταγή;

Παράπονο, έτσι; Πονάει αυτό που θα πω, αλλά... Ρε γαμώτο, πόσο σπάνιες μπορεί να είναι κάποιες καταστάσεις; Κάποια συναισθήματα; Πλήρωση σε υπέρτατο βαθμό. Τώρα τι;

Κάτι τέτοια, άτιμα βράδια, θα έδινα τα πάντα, να νιώσω έτσι ξανά έστω και για λίγο. Να νιώσω έτσι έστω και για 5 λεπτά και μετά ας ένοιωθα για πάντα πόνο. Κάπου είχα διαβάσει, ότι οι άνθρωποι λέει, λαμβάνουμε ορθολογικές αποφάσεις. Ή έστω οριακά ορθολογικές. Και πάντα, για να έχουμε κάτι, αποκλείουμε και θυσιάζουμε αμοιβαία κάτι άλλο...

Μαλακίες, για ένα τέτοιο πεντάλεπτο, θα θυσίαζα τα πάντα!

Πυξαράς Δημήτρης

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

Χαμένες μέρες


Μέρες παράξενες,
Παράξενες μέρες
Κοίτα τριγύρω σου
Πάνε χαμένες
Πόνος παντού και αδιαφορία
Βρομάει η ατμόσφαιρα
Σηψαιμία
Ο χρόνος σου τελειώνει
Μέρες χαμένες
Μάτια στραμμένα αλλού
Δυστυχισμένα

Τα φύλα πέφτουν κάτω
Ο χρόνος σου τελειώνει
Τα χρόνια περνούν
Ο χρόνος σου τελειώνει
Μέρες σαν αυτές παράξενες
Πάνε χαμένες

Στο μυαλό έχεις πολλά
Και ο χρόνος σου τελειώνει
Μια νύχτα θα φύγεις μακριά
Το κρύο ζυγώνει
Μέρες Παράξενες
Μέρες Χαμένες


Πυξαράς Δημήτρης

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Bespar 10mg

ελαφρύ αγχολυτικό, μη παραισθησιογόνο. αν σε βοηθήσει χέσε με. Ίσως να κοιμηθείς, αν νυστάζεις πολύ. Και μέσα εκεί στην νύστα σου θα μπορείς να κάνει όνειρα. Ή και να δεις εφιάλτες. Μικρές προτάσεις, μικρά διαστήματα, για να καταλαβαίνουν τι διαβάζουν οι χαζοί και οι πιωμένοι. 

Παρένθεση, νέα παράγραφος: Όνειρα και εφιάλτες βλέπουν όσοι μπορούν. Οι υπόλοιποι τηλεόραση, φτηνές διαφημίσεις και μετά τις 2 τσόντα σε μορφή ευγενούς ερωτικού θρίλερ, με τον Ράμπο να σώζει την Τζέιν και τον Μίκη να βγαίνει με τον Σπάιντερμαν. Κλείνει η παρένθεση.

Και με κλειστή παρένθεση επιστροφή στο θέμα. Ποιο θέμα; Κυριακή είπαμε; Δώρο βιβλίο για την παραλία και φτηνιάρικο cd να ακούς όσο πηγαίνεις. Λάθος. Για το αγχολυτικό μιλούσαμε. Κάπου το χάσαμε και αγχώθηκα. Το παίρνεις και κάνει θαύματα. Θαυμάσια θαύματα και θαυμαστά! Κλείνεις τα μάτια. Η μιζέρια δεν περνάει. Που να πάει και αυτή; Παρέα θέλει. 

Ζούμε σε μια εποχή που όλοι και όλες είναι μόνοι. Έτσι και η μιζέρια. Την έχουν αφήσει στην απέξω. Όλοι ευτυχισμένοι, όλα πάνε καλά, βγαίνουν και στις αγορές. Και ας είναι κλειστές. Πρόβλημα κανένα, ώρα για μπύρα. Πολύ κατούρημα όμως παιδιά να τα λέμε με το όνομα τους τα πράγματα. Και με ένα κεφάλι να γυρίζει, ψάχνεις ανούσιες λύσεις, σε άκυρα κοκτέιλ που σου έγραψε ένας επαγγελματίας υγείας. Καλό παλικάρι, μορφωμένο, άκουσα έχει και φλαμίνγκο για την παραλία. Τι του λείπει. Τίποτα. Τώρα έχει και εσένα! 

Τα γράψαμε όλα αυτά, κουραστήκαμε, τώρα θα έρθουν οι εφιάλτες. Σαν μελωδία που δεν έχει ούτε ένα ντο, προσπαθείς να καταλάβεις το γιατί. Τι γιατί ρε φίλε; Πολύ θέλει; Εφιάλτες είναι αυτοί έρχονται. Μη τους διώξεις, είναι εσύ. Μπερδεμένο, ναι τα έχεις πιει. 

Από τα καλύτερα στα χειρότερα και πάλι πίσω. Ότι και να κάνεις, πάντα πάει καλά. Σκατά πιάνεις χρυσός γίνονται. Έπρεπε να μην ζούσες, να είχες σαπίσει, να μην έχεις κόκαλα αλλά το νίκησες. Τώρα, 2:32 γράφεις μαλακίες που δεν θα διαβάσει κανείς, Με τίτλο αδιάφορο. Άτοπο. Άχρηστο. Άλλη λέξη από Α δεν βρήκα. Για γράμμα τον Αί Βασίλη πήγαινα. 

Τι θα πει δεν υπάρχει άγιος Βασίλης; Για σένα. Για μένα υπάρχει. Μου είχε φέρει και δώρο. 24 Δεκεμβρίου 2009, στην μέση του πουθενά, παρκαρισμένος δίπλα στο ΑΤΜ μιας μετά πτωχευμένης τράπεζας.  Δύσκολες λέξεις, δύσκολη ορθογραφία. Αν δεν με πιστεύεις ήταν βράδυ κατά τις 9 και είχε κρύο. Αλλά δεν φυσούσε. 

Πολλά χρόνια μετά, κάπου έχασα το δώρο, μου έμεινε ένα στυλό, χωρίς χαρτί για νέο γράμμα. 

Πυξαράς Δημήτρης 

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Οι Καφεπότες

του Joseph Goebbels

 Θεωρούμε απαραίτητο να ασχοληθούμε με ένα επίκαιρο ζήτημα. Το πρόβλημα είναι η
έλλειψη καφέ που παρουσιάστηκε σε διάφορα σημεία του Reich, και δεν έχει
αποκατασταθεί ακόμη.


Είναι πράγματι περισσότερο θλιβερό ότι αναγκάζεται κάποιος να μιλήσει δημοσίως για
αυτό το θέμα. Ωστόσο, υπάρχει μια συγκεκριμένη κατηγορία από τους σύγχρονούς μας
οι οποίοι αρέσκονται να εκμεταλλεύονται κάθε Γερμανική έλλειψη για να
διασκεδάσουν ή να υπονομεύσουν το Εθνικό-Σοσιαλιστικό καθεστώς.
 
Ο καφές αποτελεί μετά βίας βιοτική αναγκαιότητα, ή μια απαραίτητη ικανοποίηση.
Είναι σίγουρα κάτι το ευχάριστο. Η κουβέντα κυλά με ένα φλιτζάνι καφέ, σωστά; Η
ελάττωση της κατανάλωσης του καφέ, ή ακόμη και η παύση για ένα διάστημα, ωστόσο,
σπανίως βλάπτει την υγεία κάποιου. Τουναντίον, κατ’ ακρίβειαν. Είναι γεγονός ότι,
όπως είπε και ο Mussolini στην ομιλία του στο May Field, ο Εθνικό-Σοσιαλισμός και ο
Φασισμός έχουν μια κοινή απέχθεια για την άνετη και την ευχάριστη ζωή.

Εάν ο καφές είναι σε μικρές ποσότητες για ένα διάστημα, τότε είναι μετά βίας βιώσιμη
αναγκαιότητα. Εάν βρίσκονταν σε έλλειψη οι πατάτες ή το ψωμί, θα ήταν τελείως
διαφορετική η κατάσταση, δηλαδή προϊόντα που είναι απαραίτητα για την καθημερινή
ζωή. Ο καφές είναι ένα καθαρό αντικείμενο πολυτελείας που το απολαμβάνει κάποιος
όταν το έχει, αλλά μπορεί εύκολα να το σταματήσει όταν υπάρχει αναγκαιότητα ή όταν
το απαιτούν οι οικονομικές πιέσεις.

Εάν ο καφές είναι σε μικρές ποσότητες, κάθε Γερμανός πρέπει να γνωρίζει ότι αυτό δεν
συμβαίνει επειδή η κακία της κυβέρνησης δεν σκοπεύει να αφήσει τον λαό να
απολαύσει ένα φλιτζάνι καφέ, αλλά μάλλον εξαιτίας της εθνικής ανάγκης, μια
οικονομική προϋπόθεση με δεδομένη την κατάσταση της Γερμανίας, την οποία ο λαός
θα πρέπει να αποδεχτεί.

Το καθήκον κάθε αφοσιωμένου ατόμου σε μια τέτοια κατάσταση είναι να μειώσει ή να
σταματήσει εντελώς την κατανάλωση του εν λόγω προϊόντος πολυτελείας, και να
ξαναρχίσει μόνο όταν οι επαρκείς προμήθειες είναι πάλι διαθέσιμες, όταν το πρόβλημα
θα έχει ξεπερασθεί.

Οι λόγοι για αυτή την έλλειψη στονκαφέ, η οποία ακόμη δεν έχει αποκατασταθεί
εντελώς, είναι πασιφανείς. Έχουν να κάνουν με τα συναλλαγματικά αποθέματα και τις
εξαγωγές. Η κατάσταση έγινε καταφανής νωρίς τον Ιανουάριο. Πρέπει κανείς να
θυμάται ότι η κατανάλωση καφέ στη Γερμανία έχει αυξηθεί περίπου στο 50% από το
1933. 2.160.000 σακιά καφέ εισήχθησαν το 1933, 3.290.000 το 1938. Η κατανάλωση
καφέ στη Γερμανία δεν έχει μειωθεί, αλλά αντιθέτως έχει αυξηθεί δραματικά από όταν
ο Führer ανέλαβε την εξουσία·η διαφορά είναι ότι περισσότερος κόσμος πίνει καφέ.
  
Αυτή είναι μια σοσιαλιστική εξέλιξη. Το 1932 μόνο οι ευδαίμονες έπιναν καφέ. Οι
άνεργοι δεν είχαν χρήματα για να αγοράσουν καφέ, άρα δεν υπήρχε έλλειψη. Αλλά
τώρα τα επτά εκατομμύρια οι οποίοι ήταν άνεργοι το 1932 είναι εργαζόμενοι. Τώρα
έχουν και πάλι τη δυνατότητα να απολαύσουν τις χαρές της ζωής. Αυτό αναπόφευκτα
οδηγεί σε περιστασιακές ελλείψεις σε κάποιες περιοχές όπου το φαγητό και οι
προμήθειές μας χρειάζονται ενισχύσεις.

Πρέπει κάθε Γερμανός να είναι ευχαριστημένος που οι αυξητικοί αριθμοί του λαού μας
μπορούν να απολαύσουν τις χαρές της ζωής, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα είναι μια
περιστασιακή προσωπική δυσκολία.

Το γεγονός ότι πρέπει να περιορίσουμε την κατανάλωση του καφέ τρόπον τινά και ότι
δεν μπορούμε να εισαγάγουμε περισσότερο καφέ είναι το αποτέλεσμα των ελλείψεων
στο συνάλλαγμα, το οποίο όλοι ξέρουν ότι χρειαζόμαστε για πράγματα πολύ πιο
σημαντικά από τον καφέ. Δεν είναι ζήτημα του τύπου “όπλα αντί για καφέ”, αλλά με
δεδομένη την παγκόσμια τάξη θεωρούμε πιο σημαντική την ενίσχυση των
στρατιωτικών μας δυνάμεων από τον εφοδιασμό των καφεποτών με όσο καφέ
επιθυμούν. Μετά βίας χρειάζεται να προσθέσουμε ότι δεν έχουμε την πρόθεση ή την
ικανότητα να πληρώσουμε για τον καφέ που εισαγάγουμε σε μετρητά. Πρέπει να
πληρώσουμε για τις εισαγωγές μας με Γερμανικά προϊόντα που εξαγάγουμε.

Ο καφές στη Γερμανία είναι απλώς ένα σημαντικό αφέψημα. Δεν είναι καθημερινό
ποτό για τις μεγάλες εργατικές μάζες, για τις οποίες είναι πολύ ακριβός. Ακόμη, το
οικονομικό βαρόμετρο δείχνει ότι ότι υπάρχει μια δραματική αύξηση στην κατανάλωση
καφέ από την προ-πολεμική περίοδο. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση το 1913 ήταν 2
κιλογραμμάρια, 1,6 το 1932 και 2,3 το 1938. Η κατάσταση είναι σε απόλυτη τάξη.

Αλλά για μερικές εβδομάδες μπορούσε να δει κανείς ολόκληρες ουρές από λάτρεις του
καφέ έξω από καταστήματα στις μεγαλουπόλεις. Ένα συγκεκριμένο είδος ανθρώπου ο
οποίος δεν έπινε ποτέ καφέ πρωθύστερα ένοιωσε ξαφνικά την ανάγκη να ανακοινώσει
την προτίμησή του σε αυτόν. Αυτό δεν ήταν απλώς αισχρό, ήταν σκάνδαλο.
  
Πριν αρκετό καιρό ένας επιφανείς ξένος ο οποίος ήταν φίλα προσκείμενος στον
Εθνικο-Σοσιαλισμός παρατήρησε τις ουρές έξω απ’τα καταστήματα στους δρόμους του
Βερολίνου. Νόμιζε ότι θα έπρεπε να περιμένουν στις ουρές για πατάτες ή ψωμί. Όταν
ανακάλυψε πως αυτοί οι άνθρωποι περίμεναν στις ουρές για καφέ, μπόρεσε μόνο να
κουνήσει το κεφάλι του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μερικοί άνθρωποι ικανοποιούνται να συσσωρεύουν τον
καφέ. Το έκαναν αυτό εν μέρει για να σιγουρέψουν το δικό τους απόθεμα -λες και ο
καφές είναι βιοτική αναγκαιότητα- αλλά και εν μέρει για να δημιουργήσουν δυσκολίες
για την Εθνικο-Σοσιαλιστική κυβέρνηση. Επί παραδείγματι, μια γυναίκα από τους
καλύτερους κύκλους του Βερολίνου στην περιοχή του Wilmersdorf συνελήφθη με οχτώ
τέταρτα της λίβρας από καφέ τα οποία είχε αγοράσει από διάφορα καταστήματα.
Εξήγησε πως ήθελε να βεβαιωθεί ότι θα είχε αρκετά. Λοιπόν, αυτή είναι μια οπτική.
Τέτοιοι άνθρωποι είναι φυσικά μια γελοία μειοψηφία, αλλά βρίσκονται σε θέση να
βλάψουν το καλό όνομα του λαού μας. Και είναι πάντα οι ίδιοι άνθρωποι.

Δίνουνδιστακτικά στην εκστρατεία Winter Relief, καταχρώνται την Εθνικο-Σοσιαλιστική
κυβέρνηση και το Εθνικο-Σοσιαλιστικό κίνημα, αντιτίθενται σε ό,τι κάνουμε, δειλιάζουν
σε κάθε κρίση, βρίσκουν τον κομματικό αρχιφύλακα της γειτονιάς τους στο κτίριότους
ως ενόχληση, είναι πιστοί υποστηρικτές θρησκευτικών κινημάτων, λατρεύουν τους
πολιτικούς σατιριστές, και ενημερώνονται για την επικαιρότητα από ξένους
ραδιοφωνικούς σταθμούς ή εφημερίδες.

Φυσικά δεν θεωρούν ότι είναι υποδεέστερο της αξιοπρέπειάς τους να απολαύσουν τα
ευεργετήματα του Εθνικο-Σοσιαλιστικού κράτους. Η ευχαριστία τους είναι να
ψηφίσουν πρόσχαρα όχι στο δημοψήφισμα για την έγκριση της ένταξης της Αυστρίας
στο Reich. Δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει εθνική πειθαρχία. Η πολιτική συμπεριφορά τους
είναι αισχρή. Ό,τι έρχεται απέξω είναι πρωτοκλασάτο, ενώ ό,τι κάνουμε εμείς είναι
σοκαριστικό.
  

Είναι φυσικά αυτονόητο για πολλά μέλη του κόμματος όχι μόνο να μειώσουν, αλλά να
εξαλείψουν την κατανάλωσή τους σε τρόφιμα ή αντικείμενα πολυτελείας που
  βρίσκονται σε μικρή προμήθεια στη Γερμανία. Τα παλιά μέλη του κόμματος έχουν μάθει στα πολλά χρόνια αγώνα να προσέχουν την υγεία του λαού. Αυτά τα παλιά μέλη του κόμματος, ωστόσο, εξοργίζονται όταν βλέπουν ότι οι προνομιούχοι του σεβασμού τους είναι αυτοί οι επιπόλαιοι και απερίσκεπτοι άνθρωποι οι οποίοι είχαν τόσο λίγο να κάνουν με την άνοδο του Εθνικό-Σοσιαλισμού στην εξουσία, όσο έχουν να κάνουν μαζί του και με τις τωρινές του προσπάθειες.  

Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν την ευφυΐα να δουν ότι η Γερμανία σήμερα πολεμά για
την οικονομική της υπόσταση που θα καθορίσει το ίδιο της το μέλλον. Εάν η μάχη
φέρει ακόμη και μερικές ενοχλήσεις, αυτοί οι άνθρωποι θα έχουν αρκετούς λόγους για
να κριτικάρουν το Εθνικο-Σοσιαλιστικό κράτος, θα ξεχάσουν την πρωθύστερη επιτυχία
του και θα κλάψουν για το χαμένο τους φλιτζάνι καφέ. Μερικές εβδομάδες πριν, ο
εχθρικός ξένος τύπος κυκλοφόρησε φωτογραφίες με ουρές αυτών των ποτών του καφέ
και των φίλων τους έξω από καταστήματα. Φυσικά, ο εχθρικός τύπος δεν είπε ότι
περίμεναν για καφέ, αλλά αντιθέτως ισχυρίστηκαν πως περίμεναν για πατάτες ή ψωμί
και διέδωσαν στον κόσμο μύθους ότι είχε ξεσπάσει πείνα στη Γερμανία.
 

Δεν θεωρούμε σοβαρά υπολογίσιμους αυτούς τους ηλίθιους και επιπόλαιους
ανθρώπους, εκτός εάν η συμπεριφορά τους βλάπτει το κύρος της Γερμανίας στον
κόσμο. Αυτό συνέβη εδώ


Αυτοί οι άνθρωποι, σύμφωνα με το νόμο, δεν έχουν λόγο να διαμαρτύρονται για τις
οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Γερμανία. Δεν διαδήλωσαν το 1919 όταν η
Συνθήκη των Βερσαλλιών μας ανάγκασε να παραδώσουμε όλες τις αποικίες μας.
Υπήρξαν κάποιοι που διαδήλωσαν. Δεν αντιτάχθηκαν με κανένα τρόπο στο Σχέδιο
Dawes ή στη Νέα Συνθήκη, η οποία καταβρόχθισε και τους τελευταίους οικονομικούς
μας πόρους. Κατ’ ακρίβειαν, μας στιγμάτισαν ως προδότες όταν εμείς αντιταχθήκαμε.
  

Η άνανδρη συγκατάθεσή τους εξηγεί γιατί η Γερμανία δεν έχει πλέον αποικίες, και
επομένως δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες μας από τους δικούς μας πόρους. Δεν
υπάρχει αμφιβολία ότι εάν η επιστροφή των αποικιών της Γερμανίας γινόταν ξαφνικά
φλέγον θέμα, αυτοί οι άνθρωποι θα γκρίνιαζαν, θα παραπονιόταν, θα κατέκριναν και
θα προμήνυαν έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο. Οφείλω να πω προς αυτές τις διανοητικές
 ψυχές ότι δεν έχουμε καμία πρόθεση επ’ ουδενί να λάβουμε υπόψιν τις τρυφερές ευαισθησίες τους με το να αλλάξουμε τις οικονομικές μας πολιτικές, οι οποίες εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις ανάγκες ολόκληρου του Γερμανικού λαού, και ειδικά του εργατικού λαού.

Αυτοί οι αγαπητοί μας άνθρωποι θα πρέπει απλώς να διδαχθούν την υπομονή και την
προσαρμογή στην εκάστοτε παρούσα κατάσταση. Στη χειρότερη περίπτωση, θα
απολαμβάνουν λιγότερο συχνά το να παραπονιούνται για το κόμμα και το κράτος
μεένα φλιτζάνι καφέ, λέγοντας πράγματα όπως: “Ακούσατε, Κυρία Meyer, ότι ο νέος
αρχιφύλακας της γειτονιάς μας είναι ο θυρωρός μας; Τι να πει κανείς; Ο σύζυγός μου
λέει ότι αυτό είναι Μπολσεβικισμός. Αλλά μην διαρρεύσει. Δεν θέλουμε καθόλου
δυσαρέσκεια!”

Οι παλιοί Εθνικό-Σοσιαλιστές δεν δίνουν σημασία σε ανθρώπους οι οποίοι μιλούν και
κακολογούν τοιουτοτρόπως. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, ωστόσο, το γεγονός ότι
αυτοί οι καφεπότες χρησιμοποιούν μια γελοία έλλειψη στον καφέ που τίμιοι άνθρωποι
δεν ανησυχούν στο ελάχιστο να σταθούν στην ουρά έξω από τα καταστήματα λες και
έχει ξεσπάσει λιμός στη Γερμανία. Όλο αυτό είναι οδυνηρό και επίφοβο, και δεν
θέλουμε να δούμε ξανά τέτοιες εικόνες στο μέλλον.

Έχουμε δει μέσα απ’ αυτό ότι αυτές οι ουρές για τον καφέ έχουν εξαφανισθεί από τις
Γερμανικές πόλεις. Οι τίμιοι άνθρωποι, όποτε ο καφές διατίθεται σε μικρές ποσότητες
-όπως σήμερα- είτε μειώνουν την κατανάλωσή τους ή παύουν εξ ολοκλήρου να τον
καταναλώνουν. Οι καφεπότες μπορούν να περιμένουν μέχρι να υπάρξει ξανά αρκετός
καφές. Τότε θα μπορούν να επιστρέψουν στις καφεϊνογιορτές τους και να λένε
πράγματα του τύπου “Λοιπόν, Κυρία Meyer, τι λες για αυτό; Η κατάσταση είναι αρκετά
άσχημη, είναι πράγματι αρκετά άσχημη!”